Τι αξίζει περισσότερο: Το Ταξίδι ή Ο Προορισμός;



Ξεκινώ να γράφω… Με δυσκολία θυμάμαι την τελευταία φορά που αποτύπωσα εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα στο χαρτί. Παλεύω μέσα μου να κάνω μια καινούρια αρχή… να ανακαλύψω ξανά τι με εμπνέει… να απελευθερωθώ από τις σκέψεις μου… Είναι δύσκολο όμως. Τα τελευταία 4 χρόνια έχουν συμβεί τόσα πολλά… τόσα όμορφα… που η ταχύτητα με την οποία έγιναν μπλόκαρε κάθε ελευθερία που είχα πριν.



Ξεκινώ να γράφω… Έχοντας σαν εικόνα κάτι μακρινό και άπιαστο. Σε ένα μέρος που αδυνατώ να κατανοήσω. Σε έναν κόσμο που τρέχει και εγώ μένω ακίνητη. Σε έναν επίγειο παράδεισο που ξέρω ότι δεν υπάρχει.



Περνώ την πύλη με τα χιλιάδες πολύχρωμα άνθη πλεγμένα επάνω της. Διακρίνω το λουλούδι που αγαπώ, που όμως είναι μαραμένο και μαύρο. Ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Προσπαθώ να το φθάσω, μα είναι πολύ ψηλά. Μένω εκεί να το κοιτώ… και όσο το κοιτώ τόσο αλλάζει χρώμα… Προσπαθώ ξανά να το αγγίξω. Μα καθώς απλώνω το χέρι για τελευταία φορά, εκείνο χάνεται. Αναρωτιέμαι τι έκανα και το πλήγωσα. Προσπάθησα να το αγγίξω, όχι να το διώξω.



Μπροστά μου απλώνεται ένα μονοπάτι. Κοιτάζω στο τέλος του, μα τέλος δεν υπάρχει. Το ακολουθώ. Δεξιά και αριστερά δεκάδες άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μου. Άλλοι όμορφοι και λαμπεροί, άλλοι κατσούφηδες και μελαγχολικοί. Άλλοι χαμογελούν και άλλοι κρύβονται πίσω από την ασχήμια τους. Δεν με αγγίζουν καν, ούτε εγώ εκείνους. Ζούμε σε άλλη διάσταση πια. Ζούμε σε άλλους κόσμους. Ζούμε διαφορετικά. Δεν αγγίζουν καν την ψυχή μου. Απλά τους προσπερνώ και αγωνιώ να φθάσω στο τέρμα του δρόμου. Μου είπαν πως εκεί κρύβεται αυτό που ψάχνω.



Κοιτάζω στο βάθος μα δεν ξεχωρίζω τίποτα. Επιμένω να προχωρώ. Ξαφνικά συναντώ ένα μεγάλο πάρκο γεμάτο με δέντρα, λουλούδια, πουλιά και ήχους μαγικούς που βγαίνουν από τα ρυάκια και τις πηγές. Ο ήχος αυτός του νερού είναι τόσο όμορφος… όσο όμορφη είναι και η ζωή όταν τρέχει. Έτσι… χωρίς τέλος. Σε ένα ξύλινο μικρό τραπέζι, ίσα που χωρά δύο άτομα, κάθεται ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο. Τους κοιτώ μα δε με βλέπουν. Ίσως ο έρωτας τούς παρέσυρε και χάθηκαν σε άλλη διάσταση και αυτοί. Πιο δίπλα διακρίνω ένα παγκάκι. Ήρθε η ώρα να καθίσω για λίγο. Έχω βαδίσει αρκετά στο μονοπάτι δίχως τέρμα. Ευκαιρία να απολαύσω το τοπίο, τη φύση και όσα υπάρχουν γύρω.



Χαζεύω με την ομορφιά που με περιβάλει. Θα μπορούσε να είναι ο επίγειος παράδεισός μου;… αναρωτιέμαι… Καθώς χάνομαι ξανά στις σκέψεις αισθάνομαι ένα χέρι να με ακουμπά δειλά. Γυρνώ αριστερά μα δεν είναι κανείς. Ψάχνω στο βάθος, μα τίποτα. Γυρνώ δεξιά και βλέπω έναν ώριμο άντρα να κάθεται πλάι μου και να με κοιτά. Δεν τον γνωρίζω, μα νιώθω πως τον ξέρω χρόνια. Δεν μιλάμε… Ίσως να πέρασαν και 40 λεπτά χωρίς να πούμε κουβέντα. Απλά με κοιτά, εγώ χαμηλώνω το βλέμμα και δεν μιλώ. Ξαφνικά ακούω μια διστακτική φωνή να βγαίνει από τα βάθη της ψυχής του:

-          Είσαι η Δήμητρα; Είμαι αυτός που ψάχνεις.

-          Είμαι η Δήμητρα, μα δεν είσαι αυτός που ψάχνω, γιατί αυτό που ψάχνω βρίσκεται στο τέρμα και ακόμα δεν έχω διασχίσει όλο το μονοπάτι.

-          Είμαι αυτός που αναζητάς, γιατί το μονοπάτι θα το διασχίσουμε μαζί αγκαλιασμένοι.

-          Αυτός που αναζητώ μου είπε θα με περιμένει στο τέλος του δρόμου. Στο σημείο εκείνο που δεν υπάρχει πιο πέρα. Δεν έχω τελειώσει ακόμα το ταξίδι μου.

-          Δεν υπάρχει τέλος, υπάρχει το τώρα μόνο. Και το μονοπάτι θέλει χρόνια ακόμα να το διασχίζεις ώσπου να βρεις το τέλος του. Αντέχεις;

-          Αντέχω. Για αυτό ξεκίνησα. Ξέρω πως δεν είσαι αυτός που ψάχνω. Γιατί αυτός δεν λέει ποτέ ψέματα. Μου είπε θα με περιμένει στο τέλος και έτσι θα’ναι.

Ο ώριμος κύριος χάθηκε. Δεν κατάλαβα που πήγε, προς τα πού έφυγε. Έμεινα πάλι μόνη, έτοιμη όμως πια να συνεχίσω το δρόμο μου…



Προσπαθώ να καταλάβω τι εννοούσε με τα λόγια του, μα δε μπορώ. Καθώς με κοιτούσε ένιωσα κάτι μαγικό, κάτι πρωτόγνωρο, μα η σκέψη μου με κράτησε μακριά. Έπρεπε να βαδίσω προς τον σκοπό μου. Έπρεπε να βαδίσω ως το τέλος για να συναντήσω αυτό που αναζητούσα. Λες να περπατώ χρόνια και να μην το γνωρίζω; Πόσα χρόνια να πέρασαν από την μέρα που αντίκρισα την πύλη με τα λουλούδια; Δεν ξέρω… Έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Δεν υπάρχει χρόνος εδώ.



Συνεχίζω να προχωρώ. Ξαφνικά συναντώ κάποιον από τα παλιά και μου λέει:

-          Σταμάτα να προχωράς. Κοντεύεις στο τέλος δεν το καταλαβαίνεις;

-          Τι εννοείς;

-          Κανείς δεν θέλει να φθάσει εκεί. Πώς εσύ βαδίζεις τυφλή ως το τέρμα του δρόμου; Όλοι απολαμβάνομε τις στιγμές και τον επίγειο αυτό παράδεισο και εσύ προχωράς… προχωράς… και δεν χαίρεσαι ό,τι υπάρχει γύρω.

-          Φυσικά και χαίρομαι και το θαυμάζω. Είναι πανέμορφα εδώ. Μα πρέπει να φθάσω στο τέλος.

-          Δήμητρα κανείς δεν θέλει να φθάσει εκεί. Ζήσε στο εδώ, ζήσε στο τώρα. Ξεκίνησες μικρή και έχεις γεράσει. Δεν το βλέπεις;

-          Όχι!

-          Κοίταξε πίσω από εκείνο το δέντρο. Διακρίνεις κάτι;

-          Δεν βλέπω τίποτα.

-          Τον κύριο που  σε κοιτά με λύπη και συνάμα λαχτάρα δεν τον βλέπεις;

-          Όχι!

-          Σε ακολουθεί από την πρώτη μέρα που ξεκίνησες. Προσπάθησε να σε πιάσει από το χέρι να βαδίσετε μαζί και εσύ αρνήθηκες.

-          Τον κύριο που λες δεν τον ξέρω. Ίσως κάποιο λάθος κάνεις και εσύ και αυτός.

-          Δεν κάνω λάθος. Εσύ κάνεις μα θα το αντιληφθείς όταν θα είναι πια πολύ αργά.

Και χάθηκε και αυτός.



Τελικά όλα χάνονται γύρω μου. Κάθε λίγα μέτρα διαδρομής, κοιτώ πίσω και ότι προσπέρασα πριν έχει χαθεί. Σαν κάποιος να σβήνει με ένα σκληρό σφουγγάρι ό,τι όμορφο αποτυπώνεται και υπάρχει γύρω μου. Και τελικά μένω μόνη ξανά να προχωρώ. Διασχίζω το πυκνό δάσος και καθώς κοιτάζω στον ορίζοντα νιώθω σαν να βλέπω το τέρμα που έψαχνα. Έχω την αίσθηση ότι τα πόδια μου είναι πια βαριά. Με δυσκολία με κρατούν όρθια. Με δυσκολία περπατώ στη γραμμή που τράβηξα.



Μα καταφέρνω να φθάσω επιτέλους! Βλέπω το λιμάνι μου! Μα αντί για μια γαλάζια θάλασσα και έναν καταγάλανο ουρανό, αντικρίζω το σκοτάδι. Μαύρο χρώμα παντού. Και καθώς κλείνω τα μάτια μου έτοιμη να πέσω στο κενό, δυο χέρια νιώθω να με κρατούν σφιχτά γεμάτα αγάπη… Και μια γλυκιά φωνή να μου ψιθυρίζει: «Δεν θα σε άφηνα να φύγεις μόνη. Όμως σου είπα να διασχίσουμε μαζί το μονοπάτι της ζωής και αρνήθηκες. Τώρα φθάσαμε στο τέλος. Και χρόνος πια για μας δεν έμεινε. Αυτός ήταν ο σκοπός; Αυτός ο τελικός προορισμός; Ο,τι και να ήταν, ήμουν κοντά σου σε κάθε βήμα σου. Έζησα όσα έζησες. Είδα μέσα από τα μάτια σου. Και τώρα μαζί σου θα φύγω για το μεγάλο μακρινό ταξίδι.». Κι έτσι κλείσαμε τα μάτια και πετάξαμε μακριά…. Ήμασταν πια ΕΝΑ

Δήμητρα~Μέμα 6/1/2015

Γιατί ΔΕΝ μπορείς να αποφύγεις κάποια πράγματα...




Τι γίνεται όταν φθάνεις σε ένα σημείο που δεν ξέρεις αν και τι πρέπει να αγαπάς; Για τι ακριβώς να ελπίζεις ή να ονειρεύεσαι; Τι κάνεις όταν βλέπεις όνειρα και επιθυμίες να γκρεμίζονται; Όταν νιώσεις την ανάγκη για συντροφικότητα, αλλά τότε -και ίσως τις περισσότερες φορές- ο χρόνος δεν είναι με το μέρος σου;

Τι συμβαίνει όταν διαπιστώνεις πως πίσω από όσα αντικρίζεις, κρύβεται κάτι άλλο βαθύτερο, δύσκολο να το φέρεις στην επιφάνεια και αδύνατο να το καταλάβεις; Όταν ο χρόνος περνά χωρίς να αφήνει ούτε ένα σημάδι;... γιατί είναι προτιμότερο να φεύγει χαράζοντας μια πορεία μέσα σου/επάνω σου, παρά να χάνεται χωρίς να αντιλαμβάνεσαι το πώς και το πότε.

Σε ποιο σημείο βρίσκεσαι όταν νιώθεις ότι πλέον ξεπέρασες τα όριά σου και τις αντοχές σου, αλλά ξέρεις πως είσαι ακόμα μικρός και πρέπει να ζήσεις; Τι σημείο είναι αυτό στο οποίο ακυρώνεις εύκολα τους πάντες και τα πάντα γιατί απλά «θεωρείς ότι...» ... δεν βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις, δεν μπαίνεις καν στον κόπο να νιώσεις... απλά «θεωρείς» και μαθαίνεις να ζεις με τη θεωρία και με ό,τι ο νους δημιουργεί...

Κι αν όλα αυτά συμβαίνουν, γίνεται να τα διορθώσεις ή να αλλάξεις κάποια από αυτά; Ή είναι πλέον αργά;... και όπως λέει και το άσμα: «άχρηστα ρολόγια που σταμάτησαν»... Αν όντως συνέβη και σταμάτησαν αυτά και τίποτα δεν μπορεί να τα κάνει να λειτουργήσουν ξανά;!

Κι αν χάνεις περισσότερο χρόνο καθώς αυτά πληθαίνουν ενώ εσύ προσπαθείς να διορθώσεις τα ήδη χαμένα; Ή αν ξέρεις πως δεν μπορείς να σώσεις το παραμικρό από όλα αυτά, γιατί απλά δεν μπορείς να μιλήσεις... δεν μπορείς να τα πεις αυτά στους άλλους, παρά μόνο σε εσένα... κι αν ούτε εσύ μπορείς να τα ακούσεις παρά μόνο να τα καταγράψεις; Γιατί είναι σκληρά να τα λες! Κι αν είναι σκληρό για τον εαυτό σου να τα ακούσει, σκέψου για τους άλλους τι είναι...

Και εδώ ερχόμαστε και ρωτάμε το εξής: Πόσο μπορούμε τελικά να «ακούμε»; Εσύ/εγώ/ο οποιοσδήποτε... τι και πόσο μπορεί να ακούσει; Άρα λοιπόν μήπως πάντα νιώθουμε μισοί κατά κάποιον τρόπο, αδυνατώντας να συζητήσουμε με τους άλλους, αλλά και με εμάς τους ίδιους, θέματα από τα οποία εξαρτάται το «είναι» μας;... η ζωή μας καλύτερα;! Κι αν δεν τα λες, αν δεν τα ομολογείς... τότε τι γίνεται; Τότε απλά θεωρείσαι ψεύτης ή ανειλικρινής καθώς κρύβεις πράγματα και τα κρατάς για εσένα! Αλλά από την άλλη αν τολμήσεις να τα πεις... χάνεται η ουσία... και ξέρεις και ξέρω, ότι η ουσία για τον καθένα βρίσκεται αλλού! Συνεπώς μπορείς να κάνεις το λάθος και να τολμήσεις να «φρικάρεις» κάποιον λέγοντάς του την αλήθεια. Τι κάνεις λοιπόν;

Αυτό το «τι κάνεις λοιπόν» είναι τεράστιο θέμα, γιατί με όλα αυτά που ανέφερα πιο πάνω, προφανώς καταλάβατε τι θέλω να πω και τι εννοώ... Ότι για εσένα η ειλικρίνεια είναι τελείως διαφορετική από την ειλικρίνεια εκείνου που έχεις απέναντί σου... το ίδιο και η αλήθεια...και η πραγματικότητα! Και πολλές φορές η ειλικρίνεια και η αλήθεια μπορεί να είναι καταστροφικές. Και για εκείνον που «ομολογεί» και για εκείνον που «ακούει». Γιατί μπορεί και οι δύο να πάρετε έναν ίδιο δρόμο, φωτεινό και γαλήνιο στο ταξίδι σας, αλλά το τέλος του δρόμου αυτού για τον καθένα να είναι διαφορετικό. Και η πορεία επίσης. Εσύ μπορεί να θες να πάρεις ένα άλογο και να φθάσεις στο τέρμα, ο άλλος μπορεί να θέλει να πάει με τα πόδια! Και πάει λέγοντας... Και τότε φθάνεις να πεις, ότι τελικά όλοι είμαστε τόσο διαφορετικοί που ίσως είναι αδύνατο ή εξωφρενικά ανόητη η ιδέα να συνυπάρξουμε μεταξύ μας, πόσο μάλλον να βάλουμε κάποιον στη ζωή μας και στην καθημερινότητά μας! Κι αν συμβαίνει να έχεις και αρνητικές εντυπώσεις και συναισθήματα γενικώς για τους άλλους, τότε αυτά ενισχύουν την «αποκρουστικότητά σου». Οπότε ξανά καταλήγουμε στον μηδέν...

Ξεκινάμε πάλι από εκεί που αρχίσαμε, αλλά και αυτή τη φορά τίποτα δεν αλλάζει. Πόσες φορές έχεις επιστρέψει στην αρχή; Ξεκίνησες και έφθασες στο τέρμα, αλλά ξαφνικά βρέθηκες και πάλι στο μηδέν για το επόμενο «ταξίδι». Και εδώ αρχίζεις να αναζητάς το ένα και μοναδικό, το τελευταίο ταξίδι. Και όχι, δεν εννοώ το θάνατο! Εννοώ το ταξίδι που δεν έχει επιστροφή... το ταξίδι εκείνο που θα είναι ο οριστικός και τελικός προορισμός για έναν κόσμο διαφορετικό που κάποια στιγμή προφανώς θα οδηγήσει και στο θάνατο. Και ξέρεις, ότι για να φθάσεις εκεί, θα έχεις την κατάλληλη ηλικία για να το ζήσεις. Καταλαβαίνεις; Κι όμως... υπάρχουν άνθρωποι που το έζησαν από παιδιά και απέτυχαν να επισκεφθούν τους προορισμούς που μας χαρίζει η ζωή... είτε είναι ξερονήσια είτε είναι μαγικά παραδεισένια μέρη.

Αλλά το θέμα δεν είναι αν και πότε θα καταλήξεις εκεί. Το θέμα είναι αν πιστεύεις πως δεν υπάρχουν ξερονήσια και παραδεισένια μέρη, παρά μόνο το «εδώ» που είσαι τώρα. Γιατί αν μείνεις στο «εδώ» τότε χάνεις όλη την εμπειρία, χάνεις το ταξίδι! Αλλά και αυτό εξαρτάται από τις προσδοκίες κάποιου. Έτσι δεν είναι; Είσαι εσύ και εγώ για παράδειγμα. Εσύ ζεις στο «εδώ», ενώ εγώ κάνω χρόνια τώρα αυτά τα ταξίδια, τα άσχημα -πολλές φορές- ταξίδια. Πώς μπορούμε να συνυπάρξουμε λοιπόν όταν εσύ είσαι εδώ και εγώ αλλού; Όταν οι δρόμοι είναι διαφορετικοί; Κι αν υποθέσουμε ότι επιλέγουμε έναν, κοινό δρόμο να ταξιδέψουμε μαζί... εσύ που τόσα χρόνια ζεις στο εδώ, μπορείς άραγε να αντέξεις να μάθεις όλα αυτά που έζησα εγώ στο εκεί; Όχι! Δεν μπορείς! Και κανένας δεν μπορεί. Γιατί είναι σαν να συγκρίνεις ένα μωρό με έναν ηλικιωμένο... αδύνατο να μοιάζουν! Δε νομίζεις;! Μάλλον νομίζεις...

Κάποτε είχα ρωτήσει ποια είναι η αλήθεια για τον καθένα. Ότι εγώ θα ήθελα να ξέρω την αλήθεια των ανθρώπων που είναι στη ζωή μου, ώστε να προσπαθώ να ακολουθώ το δρόμο τον δικό τους. Όμως καμιά φορά, ακόμα και αν προσπαθείς να «υποχωρήσεις», δυστυχώς το δικό σου ταξίδι έχει ήδη συντελεστεί και δεν μπορείς να κάνεις και δεύτερο θέλοντας να ακολουθήσεις τον άλλο. Δεν μπορείς να ζήσεις δυο φορές επειδή έτσι γουστάρεις! Για σένα τελειώνουν κάποια πράγματα, για κάποιον άλλον αρχίζουν. Και όταν πλησιάζεις στον τελικό σκοπό σου, τότε έρχεσαι και καταγράφεις όλες αυτές τις μπουρδολογίες, όλη αυτή την "αγχωμένη μαλακία" που λέει και το άλλο άσμα... και κλείνεις τo post λέγοντας πια πως μισείς την αλήθεια περισσότερο από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε. Εσύ που αγωνιζόσουν για αυτή την κωλοαλήθεια, πλέον λες πως δεν σε νοιάζει και ούτε θες να μάθεις την αλήθεια κανενός και κλείνεσαι στο δικό σου καβούκι και εκεί τελειώνουν όλα...
Μέμα